Skip to content

Άρθρο στο Ριζοσπάστη της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκας ΠΑΠΑΡΗΓΑ

Νοέμβριος 8, 2009

Της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκας ΠΑΠΑΡΗΓΑ

Να αντιστοιχίσουμε την οργανωτική, ιδεολογική και μαζική μας δράση στο ύψος των πολιτικών μας καθηκόντων για τη συγκέντρωση και συσπείρωση δυνάμεων στον άλλο δρόμο ανάπτυξης, στην πάλη για τη λαϊκή εξουσία, οικονομία

Όπως εκτίμησε η ΚΕ στην πρώτη της ανακοίνωση, λίγες ώρες μετά την τελική διαμόρφωση του αποτελέσματος των εθνικών εκλογών της 4ης Οκτωβρίου, «η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές οδηγεί στην εναλλαγή κυβέρνησης και όχι στην αλλαγή πολιτικής υπέρ του εργαζόμενου λαού».

kke_sygkentrwsi

Η εναλλαγή στη διακυβέρνηση από το ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να νοηθεί ως μια απλή συνέχεια της πολιτικής της ΝΔ ή της πολιτικής των κυβερνήσεων Σημίτη και Α. Παπανδρέου που γνωρίσαμε την περίοδο 1996-2004, όσο και αν ισχύει απολύτως η εκτίμηση ότι ανάμεσα στα δύο κόμματα υπάρχει κοινή στρατηγική.

Έχει σημασία να κατανοήσουμε τη σημερινή φάση που διανύουμε, όπως και τις ιδιαιτερότητες της σοσιαλδημοκρατίας, που άλλωστε σε όλα τα κομματικά μας ντοκουμέντα έχουμε υπογραμμίσει και αναλύσει.

Πριν απ’ όλα διανύουμε περίοδο οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης που στην Ελλάδα εκδηλώθηκε σχετικά πιο αργά από ό,τι στις άλλες καπιταλιστικές χώρες, που σημαίνει ότι αρκετές από τις εκδηλώσεις της είναι μπροστά μας και όχι πίσω μας. Η ανάκαμψη θα είναι πιο δύσκολη στη χώρα μας.

Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η ικανότητα της σοσιαλδημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ στην ελληνική περίπτωση, να χειραγωγεί το εργατικό και γενικότερο λαϊκό κίνημα, να αλλοιώνει και να ενσωματώνει τη λαϊκή διαμαρτυρία, να τσακίζει το κίνημα με το καρότο και το μαστίγιο μαζί. Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε για μια σειρά λόγους, εν μέρει και από δική μας ευθύνη στη 10ετία του ’80, να επιβάλει ως μέτρο σύγκρισης της πολιτικής του την άμιλλα με τη ΝΔ, με το δεξιό παρελθόν, παραμερίζοντας συνειδητά τις σύγχρονες, πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, τις εγχώριες δυνατότητες ανάπτυξης προς όφελος του λαού, έτσι ώστε να μένει σχετικά στο απυρόβλητο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ένα πλεονέκτημα που είχε και ως ένα βαθμό έχει και σήμερα το ΠΑΣΟΚ, που του επιτρέπει να αυτοδιαφημίζεται ως σύγχρονο ευαίσθητο κοινωνικά κόμμα, χωρίς βεβαίως κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα στη ζωή του λαού, ή καλύτερα να πούμε με όλες τις αρνητικές συνέπειες για τα δικαιώματα του λαού.

Στις αρχές της 10ετίας του ’80 είχε την πολυτέλεια να πάρει ορισμένα μέτρα που φάνταζαν ριζοσπαστικά δημοκρατικά σε σύγκριση με την αρνητική εμμονή της ΝΔ να τα υιοθετήσει. Δηλαδή μέτρα και επιλογές, χειρισμοί και ελιγμοί που φιλελεύθερα κόμματα είχαν υιοθετήσει και χρησιμοποιήσει στη Δυτική Ευρώπη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως ήταν η αναγνώριση της αντιφασιστικής αντίστασης και άλλα μέτρα που χωράνε στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Μέτρα που δεν αναιρούν τα βασικά χαρακτηριστικά του.

Το ΠΑΣΟΚ συνέχισε την πολιτική των κρατικοποιήσεων που είχε κάνει και η ΝΔ. Τις περιέβαλε με το μανδύα της κοινωνικοποίησης, της εργατικής συμμετοχής, τα οποία βεβαίως στην πραγματικότητα ήταν «άδεια πουκάμισα». Αυτούς τους όρους δογματικά η ΝΔ δεν τους χρησιμοποιούσε, παρά το γεγονός ότι το πραγματικό τους περιεχόμενο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κρατικός καπιταλισμός, κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση κλπ. Την ίδια περίοδο το ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά τη διαχείριση του συστήματος, είχε την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει τα κοινοτικά κονδύλια που έρχονταν στην Ελλάδα για να προετοιμάσουν το έδαφος της συνθήκης του Μάαστριχ, για να διευκολύνουν τη λαϊκή συναίνεση ενόψει της απελευθέρωσης αγοράς, των σύγχρονων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Στη 10ετία του ’80 οι κρατικοποιήσεις και η διεύρυνση του ρόλου του κρατικού καπιταλιστικού επιχειρηματικού τομέα άνοιξε την πόρτα σε χιλιάδες εργαζόμενους, που ως τότε είτε αναζητούσαν δουλειά είτε δούλευαν στον πάντα επισφαλή και με λιγότερα κοινωνικά δικαιώματα ιδιωτικό τομέα. Διαμόρφωσε έτσι μια ορισμένη εργατική και μικροαστική κοινωνική βάση που πίστευε ότι έλυνε για πάντα το πρόβλημα της δουλειάς σε σχετικά καλύτερες εργασιακές συνθήκες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες συνθήκες δουλειάς και αμοιβές στον ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα.

Στη 10ετία του ’90 το ΠΑΣΟΚ καπηλεύθηκε και εκμεταλλεύθηκε την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη. Πιο ανοικτά και καθαρά επέτρεψε στον εαυτό του την υιοθέτηση όλης της συκοφαντίας κατά του σοσιαλισμού, τον αντικομμουνισμό, που προϋπήρχε μεν στις ιδεολογικές του θέσεις και στην πρακτική πολιτική του, όμως δεν αποκαλυπτόταν τόσο ανοικτά και επιθετικά την περίοδο που τα Βαλκάνια ήταν σοσιαλιστικά, την περίοδο της ύπαρξης και δράσης της ΕΣΣΔ.

Τα πλεονεκτήματα του ΠΑΣΟΚ είναι στην πραγματικότητα πλεονεκτήματα προς όφελος της αστικής ιδεολογίας, των συμφερόντων της αστικής τάξης. Η τελευταία ανταπέδωσε τις διευκολύνσεις που της παρείχε το ΠΑΣΟΚ στα χρόνια της διακυβέρνησής του με τη γνωστή στήριξη που απόλαυσε. Πρόσφατα γίναμε μάρτυρες με ποιον τρόπο, μέσα σε ένα βράδυ, απέσυρε τη στήριξη που παρείχε στη ΝΔ, διαμορφώνοντας κλίμα υπέρ της νίκης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στο έδαφος πάντα της δικαιολογημένης λαϊκής δυσαρέσκειας.

Οι όποιοι κοινωνικοί ελιγμοί του ΠΑΣΟΚ, που έκανε τα προηγούμενα χρόνια με κάποια σχετικά και προσωρινά αποτελέσματα, σήμερα δεν έχουν καμιά τύχη, κανένα πρακτικό αποτέλεσμα για το λαό. Δεν είναι τυχαίο ότι το ΠΑΣΟΚ ψηφίσθηκε με λιγότερο φανατισμό και ενθουσιασμό από λαϊκά στρώματα, μεγάλη μερίδα των οποίων είτε είχε μειωμένες προσδοκίες, είτε πολύ αναιμικές ελπίδες.

Αυτό δε σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί εντυπώσεις, να διαμορφώνει κάποιες επιλεκτικές συμμαχίες σε κοινωνικό επίπεδο προκειμένου να κερδίσει χρόνο για να καθηλώσει το εργατικό, το λαϊκό κίνημα, το κίνημα της νεολαίας ώστε να περάσουν τα μέτρα του με τη λιγότερη αντίσταση, αν όχι με μηδενική αντίσταση. Πλασάρει ένα μείγμα εμπορίου ελπίδας και φόβου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ επενδύει τις επιλογές της με ψεύτικα επιχειρήματα, με ψευδεπίγραφους στόχους ώστε να μη γίνεται κατανοητός ο πραγματικός χαρακτήρας των μέτρων, η βασική τους στόχευση.

Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι το ζήτημα της κατάργησης των Stage στο Δημόσιο, η στήριξη του ιδιωτικού τομέα για πιο πλατιά χρήση τους, όλα αυτά στο όνομα της αξιοκρατίας, της πάταξης της ρουσφετολογίας, της αξιοπρέπειας των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, με την επιλογή αυτή απαλλάσσει τα κρατικά ταμεία από την πληρωμή των εργαζομένων, ενώ βολεύει τους επιχειρηματίες να χρησιμοποιούν με χειρότερους όρους εργατοϋπαλληλικό δυναμικό. Εναρμονίζεται η κυβέρνηση με την κοινοτική κατεύθυνση να χρησιμοποιηθεί το καθεστώς της μαθητείας με ακόμα πιο κακοπληρωμένο εργατικό δυναμικό.

Αλλο παράδειγμα είναι η διαφημιζόμενη νεωτεριστική διαδικασία (που και αυτή χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες της Ευρώπης) με την επιλογή μέσω βιογραφικών στελεχών για υπεύθυνες πολιτικές θέσεις στα υπουργεία και στις πρώην ΔΕΚΟ.

Με τον τρόπο αυτό πλασάρεται, και μάλιστα εντελώς ανέξοδα, η άποψη ότι δουλειά βρίσκουν οι καλύτεροι, οι αξιότεροι, αυτοί που έχουν πλούσια βιογραφικά, ενώ όλοι οι άλλοι καταδικάζονται να μένουν άνεργοι ή να ετεροαπασχολούνται μόνο και μόνο γιατί δεν έχουν τα απαιτούμενα προσόντα.

Πίσω από αυτές τις επιδερμικές αλλαγές διαφαίνεται ο βαθύτερος και πιο ουσιαστικός στόχος, αυτός του εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης, γενικότερα των μηχανισμών του κράτους. Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουν καθυστερήσει υπερβολικά, για διάφορους λόγους που ξεφεύγουν από το παρόν άρθρο, αστικοί εκσυγχρονισμοί που αποδείχθηκαν πολύ ωφέλιμοι για το σύγχρονο αστικό κράτος, όπως είναι η διαμόρφωση ενός πολιτικού προσωπικού που εξασφαλίζει σταθερότητα και συνέχεια στην αστική πολιτική, χωρίς να επηρεάζεται από εναλλαγή αστικών κυβερνήσεων, ή από προσωπικές φιλίες και ρουσφέτια. Δηλαδή σύγχρονα πιόνια με γνώσεις και οπωσδήποτε με διάθεση να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο προσωπικό επίπεδο ζωής πάση θυσία.

Αρκετές αλλαγές μπορούν να γίνουν στον περιορισμό της κρατικής γραφειοκρατίας και κυρίως στον περιορισμό των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα που έχει διογκωθεί στην Ελλάδα υπερβολικά και έχει ανεβάσει τις κρατικές δαπάνες, τα ελλείμματα. Με πρόσχημα την άρση της κοινωνικής αδικίας σε βάρος των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Κανένας από τους παραπάνω εκσυγχρονισμούς δεν πρόκειται να αναιρέσει τη βασική τάση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου σε όλο και λιγότερα χέρια, της μείωσης ακόμα πιο πολύ της τιμής της εργατικής δύναμης. Κανένας από τους παραπάνω εκσυγχρονισμούς δεν είναι σε θέση να ανακόψει την επιδείνωση της ζωής των εργαζομένων. Γιατί είναι εκσυγχρονισμοί που στοχεύουν στην ενίσχυση του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής στο πεδίο της οικονομίας.

Στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ο στόχος να τσακίσει κυριολεκτικά το εργατικό, το λαϊκό κίνημα με το καρότο και το μαστίγιο, εναλλάξ, με την εξαγορά και τη χειραγώγηση, με το εμπόριο φόβου και ελπίδων.

Οι όποιες ιδιαιτερότητες εμφανισθούν από την πλευρά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, οι όποιες ιδιαιτερότητες κάνουν την εμφάνισή τους στη ΝΔ, που προσπαθεί να ξεπεράσει τους τρανταγμούς της βαθιάς ήττας, δεν αλλάζουν το κεντρικό πολιτικό ζήτημα που έθεσε και θέτει το Κόμμα: Η ανάγκη ο λαός να επιλέξει ανάμεσα στους δύο δρόμους ανάπτυξης, ο αγώνας για τα λεγόμενα άμεσα και καθημερινά προβλήματα να ενταχθεί στην πάλη για τη λαϊκή εξουσία, οικονομία.

Οι δρόμοι ανάπτυξης έχουν αναδειχθεί από το ΚΚΕ, κεντρικά και κατά κλάδο, τομέα οικονομίας, κατά κοινωνικό πρόβλημα με αρκετή επάρκεια, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει ανάγκη να συνεχίσουμε την επιστημονική εξέταση και ανάλυση των εξελίξεων, πατώντας στην πρακτική πείρα που συγκεντρώνουν οι εργαζόμενοι και ιδιαίτερα αυτή την πείρα που αναπτύσσεται στους όποιους αγώνες έγιναν ή θα γίνουν.
Καμία επανάπαυση. Δεν αρκεί να έχεις σωστή στρατηγική, απαιτείται να κατακτήσουμε ακόμα μεγαλύτερη ικανότητα από την ΚΕ έως την ΚΟΒ στην υλοποίηση της στρατηγικής στην πράξη, της πολιτικής συμμαχιών, της δράσης για την οικοδόμηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης.

Πρόκειται για δύσκολη και σύνθετη υπόθεση, αφού ανάμεσα στη στρατηγική μας και στην υλοποίησή της μεσολαβούν πλατιές λαϊκές μάζες που έχουν τις δικές τους εμπειρίες, λαϊκές μάζες που η αυθόρμητη συνείδησή τους καθορίζεται από την κυρίαρχη ιδεολογία και τις διάφορες αποχρώσεις της. Ανάμεσα σε μας και στο λαό μεσολαβεί η δράση και παρέμβαση της εκάστοτε κυβέρνησης, των άλλων κομμάτων, της καπιταλιστικής εργοδοσίας, των μηχανισμών του κράτους, των μηχανισμών της προπαγάνδας και της πλύσης εγκεφάλου, όπως μεσολαβεί η δράση του πολυπλόκαμου μηχανισμού της ΕΕ, γενικότερα του ιμπεριαλισμού. Η δική μας ικανότητα έγκειται -όσο τουλάχιστον εξαρτάται από εμάς- στο να συμβάλουμε να αναπτύσσεται ένα κίνημα της μεγαλύτερης δυνατής αντίστασης, χειραφετημένο από βασικά ιδεολογήματα της κυρίαρχης πολιτικής, να δυναμώνει η πολιτική συνείδηση, πριν απ’ όλα ενός όσο γίνεται μεγαλύτερου τμήματος της εργατικής τάξης, που αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για λαϊκή αντεπίθεση.

Τα Ντοκουμέντα και η Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου θέτουν το σοβαρό πολιτικό καθήκον να αντιστοιχηθεί η καθοδηγητική μας δουλειά, η οργανωτική μας πολιτική, η βοήθεια προς τις ΚΟΒ με τα πολιτικά στρατηγικά καθήκοντα του Κόμματος, δηλαδή με τη στρατηγική μας.

Υπάρχει αναντιστοιχία και υστέρηση που δυσκολεύει την όσο γίνεται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη δουλειά μας και κυρίως το ατσάλωμα και την ισχυροποίηση του Κόμματος και κατά συνέπεια αδυνατίζει την αποτελεσματική στήριξη της προσπάθειας της ΚΝΕ.
Χρειάζεται να ξαναδιαβαστεί και να μελετηθεί ακόμα καλύτερα η Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου που καθορίζει τι και πώς πρέπει να γίνει.

Το κριτήριο για την πρόοδο της δουλειάς μας, κριτήριο μετρήσιμο με πολλαπλούς δείκτες, ποιοτικούς και αριθμητικούς και όχι μόνο ή αποκλειστικά εκλογικούς, τελικά είναι ένα: Κατά πόσο συμβάλλουμε στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης όσο γίνεται ευρύτερου μέρους της εργατικής τάξης και των συμμάχων της αυτοαπασχολούμενων στα αστικά κέντρα, στην ύπαιθρο. Όταν εμείς «μετράμε» το επίπεδο της πολιτικής συνείδησης, ένα πράγμα εννοούμε, σε ποιο βαθμό πλαταίνει και βαθαίνει η συνειδητοποίηση της ανάγκης ο καθημερινός αγώνας να εντάσσεται, να κατευθύνεται στην επίλυση του προβλήματος της εξουσίας, δηλαδή στην πάλη για τη λαϊκή εξουσία, οικονομία, που αποτελεί τη γραμμή της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας. Η συνειδητή επιλογή πάλης για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης σε ρήξη με την εξουσία των μονοπωλίων καθορίζει το βαθμό ωρίμανσης και ανάπτυξης της ταξικής πάλης.

Η αντίθεση στην εκάστοτε αστική κυβέρνηση δεν αποτελεί σήμερα επαρκή όρο για την εξασφάλιση αποτελεσματικής εργατικής, λαϊκής πάλης. Η συνδικαλιστική πάλη για άμεσα οικονομικά ζητήματα ή και γενικότερα εργατικά ζητήματα είναι πάλη της ελαχίστης αντίστασης, ασκεί μια ορισμένη πίεση, αλλά απέχει πολύ από το να φέρει σε δύσκολη και αδιέξοδη θέση την κυρίαρχη πολιτική. Επιδιώκεται να ασκηθεί πίεση στην καπιταλιστική εργοδοσία, στην εκάστοτε κυβέρνηση, όμως απέχει πολύ από την ίδια την αμφισβήτησή της, από τη διάθεση ανατροπής της. Επομένως, ένας τέτοιος αγώνας αντικειμενικά ξεκινά από την παραδοχή της διαρκούς συνύπαρξης, της αναδιανομής, της επιλογής ανάμεσα στη μια ή την άλλη διαχειριστική πολιτική.

Η αντίσταση σε αντιλαϊκές επιλογές, όταν δεν εντάσσεται στον αγώνα για την ανατροπή της εξουσίας, εξουδετερώνεται εύκολα ή έστω και με δυσκολίες από την κυρίαρχη τάξη και το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα.
Η δυσαρέσκεια προς τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, η αντίθεση με το δικομματισμό, όσο και αν αποτελεί θετικό φαινόμενο, ωστόσο συνιστά μια διεργασία που μπορεί να μείνει στη μέση, να αναδιπλωθεί, να σβήσει στην πορεία.

Το κριτήριο τι σημαίνει πολιτική συνείδηση και με ποιες προϋποθέσεις αυτή θα αναπτύσσεται δεν έχει γίνει καθοριστικό στη δουλειά μας, στην οργανωτική μας πολιτική, στην καθοδήγηση των ΚΟΒ, στο πώς δουλεύουμε στο λαό, στο κίνημα. Εξακολουθούμε ακόμα να επηρεαζόμαστε από την πείρα του παρελθόντος, που σήμερα όμως δεν ανταποκρίνεται ατόφια στις σύγχρονες συνθήκες, επηρεαζόμαστε ακόμα από ένα μηχανιστικό τρόπο σκέψης που διασπά τα καθήκοντα, αποδυναμώνει τη δυνατότητα να συγκεντρώνονται οι δυνάμεις στον κύριο στόχο.

Βεβαίως και δουλεύουμε πρωτοπόρα επικεντρώνοντας την προσοχή μας στην πολύμορφη ιδεολογική, πολιτική, μαζική πάλη στο έδαφος των άμεσων και πιεστικών εργατικών, αγροτικών, γενικότερα λαϊκών προβλημάτων, όταν μάλιστα αυτά επιδεινώνονται σε συνθήκες κρίσης. Αυτή η πρωτοπόρα δουλειά δεν επαρκεί για την ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης. Έτσι εξηγούνται μια σειρά προβλήματα στην ανάπτυξη του κινήματος, η αναντιστοιχία κύρους του Κόμματος και εκλογικής του δύναμης κλπ.

Δεν έχουμε καταφέρει όλοι οι κρίκοι του Κόμματος από την ΚΕ έως την ΚΟΒ και ο ενεργητικός περίγυρος του Κόμματος να χτυπάμε ενιαία στον ίδιο στόχο, μέσα από την όποια ευθύνη και ιδιαιτερότητα αντιμετωπίζει το κάθε όργανο, η κάθε οργάνωση στο χώρο της. Την ενιαία προγραμματισμένη δράση την πετυχαίνουμε κυρίως στις γενικές πολιτικές αναμετρήσεις, στις εκλογικές μάχες. Στις λεγόμενες κανονικές περιόδους η δράση του Κόμματος διαχέεται κατά κάποιο τρόπο στο τοπικό επίπεδο, δύσκολα εντάσσεται η τοπική, κλαδική ή επιχειρησιακή δράση στον κεντρικό πολιτικό άξονα, δηλαδή στη στρατηγική μας. Με λίγα λόγια, υποφέρουμε από την κακώς εννοούμενη τοπικότητα στην αντίληψη των γενικών πολιτικών καθηκόντων, αυτό με τη σειρά του δυσκολεύει την τοπική και κλαδική εξειδίκευση.

Με την έννοια τοπικότητα προσπαθούμε να περιγράψουμε τη στενότητα αντίληψης για το πώς η στρατηγική μας πρέπει να εξειδικεύεται και να προσαρμόζεται στις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και συνθήκες της τοπικής δουλειάς είτε αυτή αφορά τη δράση σε μια επιχείρηση, είτε στο εργοστάσιο, στον κλάδο, στα εδαφικά όρια μιας τοπικής οργάνωσης. Τα εδαφικά ή κλαδικά όρια, με βάση τα οποία συγκροτείται μια οργάνωση σε επίπεδο αχτίδας, κλάδου ή ακόμα και νομού, απαιτούν σωστή εξειδίκευση της δουλειάς και όχι στένεμα των γενικών καθηκόντων της ενιαίας ιδεολογικής, πολιτικής και μαζικής πάλης. Ένα τέτοιο στένεμα αντίληψης και δράσης δυσκολεύει να κατανοείται πρακτικά ότι ο πολιτικός αγώνας του ΚΚΕ, κάθε επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος, ανεξάρτητα από τις όποιες ιδιαίτερες συνθήκες δρα, περιέχει πολύ πιο πλατιά και πολύπλοκα ζητήματα σε σύγκριση με τον αγώνα που αφορούν τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων με βάση τον κλάδο, τον τόπο δουλειάς, την εδαφική διαίρεση. Η μονόπλευρη απορρόφηση ή και το αντίθετο πρόβλημα, η υποτίμηση των όποιων κλαδικών και τοπικών ιδιομορφιών δυσκολεύει και την ανάπτυξη όσο γίνεται πιο αποτελεσματικών αγώνων, βάζει εμπόδια στη ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής, της λαϊκής συνείδησης, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στη χαλάρωση ή στην υποχώρηση των δεσμών μας με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Οδηγεί σε κάτι χειρότερο, στο μηχανιστικό και κυρίως ολότελα λαθεμένο διαχωρισμό των προβλημάτων σε προβλήματα στο χώρο δουλειάς και σε προβλήματα στον τόπο κατοικίας.

Ο εργάτης, η εργάτρια δε ζει μόνο στο εργοστάσιο, αλλά και σε κάποια πόλη, ο κάτοικος ενός δήμου, μιας πόλης δεν είναι γενικά και αφηρημένα κάποιος πολίτης, αλλά ταυτόχρονα εργαζόμενος, ανήκει σε έναν κλάδο, ή είναι άνεργος, ή δουλεύει ευκαιριακά στον έναν ή τον άλλον κλάδο, σε κάποια υπηρεσία. Βιώνει επίσης συγκεκριμένα προβλήματα με βάση την ηλικία και τη φάση που αυτή βρίσκεται, όπως έχει προβλήματα σχετικά με τη θέση της γυναίκας στο καπιταλιστικό σύστημα, έχει προβλήματα οικογένειας και όχι στενά ατομικά. Έχει υλικές και πολιτιστικές ανάγκες. Υποφέρει από τα προβλήματα της κερδοσκοπίας σε βάρος του περιβάλλοντος. Αντιμετωπίζει προβλήματα που σχετίζονται με τις επαγγελματικές ασθένειες, με την έλλειψη προστασίας της υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, προβλήματα τρίτης ηλικίας κλπ.

Δεν επαρκεί ούτε και η συνείδηση των κλαδικών προβλημάτων, αν και σήμερα αυτή η συνείδηση μπορεί να γίνει κρίκος στην ανάπτυξη αντίθεσης και αντίστασης κατά των μονοπωλίων. Απαιτείται η διαμόρφωση ενιαίας αντίληψης, συνείδησης για το πώς ζει και ποια είναι τα δικαιώματα των εργατοϋπαλλήλων ως τάξης και παραπέρα να συνειδητοποιείται από όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης το σύνολο των αμοιβαίων σχέσεων όλων των τάξεων και στρωμάτων της κοινωνίας. Δίχως μια τέτοια αντίληψη θα καθυστερεί στην πράξη η προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη με τους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό ή με 2-3 άτομα προσωπικό, με τους μικρούς και φτωχούς μεσαίους αγρότες. Δεν κατανοείται η ανάγκη εξειδίκευσης και ειδικής δουλειάς με τις νεότερες ηλικίες και τις γυναίκες.

Είναι αδιέξοδη σήμερα η πάλη για τα άμεσα και πιεστικά προβλήματα, αν δεν καλλιεργήσουμε συστηματικά, σχεδιασμένα, με υλικό πάντα τις εξελίξεις στην ίδια τη ζωή των εργαζομένων (με υλικό σημαντικά γεγονότα που καθημερινά συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, γενικότερα), την εχθρική αντίθεση προς την αστική τάξη και τα κόμματά της, τις τοπικές και διεθνείς ενώσεις των καπιταλιστικών χωρών. Η αντίθεση προς το ένα ή το άλλο κυβερνητικό κόμμα είναι ατελής αντίθεση, ανολοκλήρωτη.

Στα Ντοκουμέντα του 18ου Συνεδρίου αναφέρονται συγκεκριμένα οργανωτικά, πολιτικά και ιδεολογικά μέτρα που απαιτούνται σήμερα να υλοποιηθούν από την ΚΕ έως κάτω, να φθάσουν στις ΚΟΒ, να εκφραστούν με τη βελτίωση της ποιότητας των δεσμών μας με τον εργαζόμενο λαό.

Συγκεντρώνεται η προσοχή σε οργανωτικά μέτρα, όμως δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη οργανωτική πολιτική. Πρόκειται για οργανωτικά μέτρα και αναπροσαρμογές που αποτελούν στις σημερινές συνθήκες βασική προϋπόθεση για να προωθούνται τα πολιτικά καθήκοντα, η στρατηγική μας.

Με λίγα λόγια, το Συνέδριο υπογραμμίζει ότι:

Χρειάζεται να συγκεντρωθούν περισσότερες και πιο ικανές δυνάμεις στην κλαδική δουλειά, στη δουλειά κατά τομέα οικονομίας, ιδιαίτερα στη βιομηχανία, σε νέους κλάδους και τομείς που εμφανίζουν ανάπτυξη με βάση τη διάρθρωση της οικονομίας του ελληνικού καπιταλισμού. Στη δράση στις νεότερες ηλικίες που εργάζονται με τις νέες εργασιακές σχέσεις. Στην εξειδίκευση στις γυναίκες και γενικότερα τη νεολαία, στους μετανάστες.

Τα οργανωτικά αυτά μέτρα πρέπει να εδραιώνονται στο σύγχρονο ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο του αγώνα, να στηρίζονται στη συνειδητοποίηση του ρόλου που διαδραματίζει η θεωρητική δουλειά και δράση του Κόμματος και της ΚΝΕ στην πιο εύστοχη επεξεργασία των παρεμβάσεών μας και κυρίως στην οργάνωση της ταξικής πάλης, στην ανάπτυξη και την όξυνσή της.

Οφείλουμε μάλιστα, χωρίς κανένα πνεύμα καθυστέρησης και αναβλητικότητας, να αντιστοιχήσουμε την εσωτερική ζωή του Κόμματος (συνεδριάσεις οργάνων, συνελεύσεις, συνδιασκέψεις, συσκέψεις κλπ.) με τη συλλογική συζήτηση των ιδεολογικοπολιτικών προβλημάτων και απαιτήσεων του αγώνα. Να γίνεται τόση και τέτοια ζωντανή συζήτηση ώστε σε κάθε κρίκο ευθύνης να επιλύονται προβλήματα, να εξετάζεται δημιουργικά η πείρα, να διορθώνονται έγκαιρα λάθη και αδυναμίες, να παίρνονται όσο γίνονται πιο επεξεργασμένες αποφάσεις που να ωθούν σε πλήρη κινητοποίηση των κομματικών δυνάμεων, αλλά και των φίλων, οπαδών, συνεργαζομένων. Να εξασφαλίζεται η σταθερότητα στον κεντρικό άξονα της στρατηγικής μας και ταυτόχρονα να επιτελείται η εξειδίκευση και προσαρμογή κατά χώρο, να καλλιεργείται πνεύμα πρωτοβουλίας και ευθύνης.

Να χτυπάμε όλοι στον ίδιο στόχο μέσα από τον ιδιαίτερο χώρο δουλειάς και ευθύνης μας, να μη διασκορπίζονται οι ενέργειές μας και να χάνεται η εμβέλειά τους.

Δεν είναι δυνατόν να συνεδριάζουν όργανα, ΚΟΒ και να μην έχουν αφετηρία ελέγχου, σχεδιασμού, γενίκευσης της πείρας με βάση πώς δουλεύουμε και τι συμβαίνει στους χώρους δουλειάς, πώς σκέπτονται οι εργαζόμενοι κατά κλάδο απασχόλησης, τι συμβαίνει στα εργοστάσια, ακόμα και στον περίγυρο και ευρύτερα.

Επιτέλους πρέπει να λυθεί ένα πρόβλημα που επιδρά στον προσανατολισμό δράσης μας, καθώς είναι φανερό ότι διατηρούμε σοβαρές ελλείψεις στην προσαρμογή και εξειδίκευση της παρέμβασης και οργανωμένης δράσης μας στη νεολαία και τις γυναίκες. Τα κομματικά όργανα πρέπει να εντάσσουν στη δουλειά τους τα σχετικά καθήκοντα που περιλαμβάνονται στην απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη νεολαία και της Πανελλαδικής Σύσκεψης για τη δουλειά μας στις γυναίκες.

Υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις ακόμα και στη χωροταξική κατανομή των εργοστασίων, των επιχειρήσεων γενικότερα, οι εργαζόμενοι σε έναν κλάδο συνήθως ζουν σε διαφορετικές συνοικίες και περιοχές, πολλές φορές οι τόποι δουλειάς βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τους τόπους κατοικίας και επομένως ο κίνδυνος διάσπασης της ενιαίας μας δουλειάς, διασκορπισμού και διάχυσης των προσπαθειών μας είναι υπαρκτός, τον ζούμε. Γι’ αυτό χρειάζεται ενιαία προσηλωμένη δράση στους τόπους δουλειάς και κατοικίας, με εξειδίκευση και προσαρμογή που δεν ατονεί, αλλά ενισχύει και εμπλουτίζει το γενικό άξονα.
Είναι αδύνατον να γίνει πιο πλούσια και ταυτόχρονα πιο συγκεκριμένη, εξειδικευμένη και κατανοητή η δράση μας στην εργατική τάξη και στους κοινωνικούς της συμμάχους, αν δεν εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου εσωτερική ζωή στη λειτουργία των οργάνων και των ΚΟΒ και βεβαίως ανερχόμενη προσωπική προσφορά με αυξημένα κριτήρια ποιότητας και ποσότητας.

Καμιά πρωτοπόρα δράση στο χώρο ευθύνης μας δεν πρέπει να αφήνει κατά μέρος την αναντικατάστατη σημασία της θεωρητικής δουλειάς μέσα στο Κόμμα, της συλλογικής και ατομικής προσπάθειας για την κατάκτηση ενός υψηλού επιπέδου θεωρητικής στάθμης από τα στελέχη και τα μέλη. Ο ιδεολογικός αγώνας παίζει σήμερα, περισσότερο από το παρελθόν, μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών μαζών, ακόμα και στην οργάνωσή τους στην πάλη, στην υπερνίκηση φόβων και δισταγμών, στην αντιμετώπιση της κόπωσης που εμφανίζεται όταν οι αγώνες δε φέρνουν άμεσα αποτελέσματα.

Παρά τις εμπειρίες που έχουμε ως Κόμμα διαμορφωμένες σε μια μακρόχρονη ιστορική πορεία από το 1918, παρά τα διδάγματα που έχουμε βγάλει από την πορεία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και τους παράγοντες που οδήγησαν στη νίκη των δυνάμεων της αντεπανάστασης, αν και έχουμε κάνει σοβαρά βήματα, ωστόσο η ιδεολογική δουλειά, συλλογική και ατομική, ιδιαίτερα στο επίπεδο των ΚΟΒ είναι πολύ αναιμική, πολύ πίσω από την οξύτητα της ιδεολογικής διαπάλης που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Ο ταξικός αντίπαλος, κοινωνικός και πολιτικός, ξέρει πολύ καλά ότι πρέπει να αντισταθμίσει τη βάρβαρη ταξική πολιτική του με ιδεολογικό αντιπερισπασμό, με συκοφάντηση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, με την εμπέδωση του καπιταλιστικού μονόδρομου. Με τον εκφοβισμό και τη διαφθορά συνειδήσεων, με την καλλιέργεια προσδοκιών, με τη στρέβλωση των καταναλωτικών αναγκών, με την προπαγάνδα και τους μηχανισμούς βίας και καταστολής που οδηγούν στη μείωση των απαιτήσεων, στη λογική του μικρότερου κακού.

Το δικό μας αντιστάθμισμα δεν μπορεί να αρχίζει και να τελειώνει μόνο με την πάντα πρωτοπόρα δουλειά οργάνωσης της πάλης για τα λαϊκά προβλήματα, χωρίς ταυτόχρονα να αναπτύσσεται, και μάλιστα σε δύσκολες στιγμές να παίρνει και προβάδισμα, η πολιτική και ιδεολογική διαπάλη.

Σήμερα ως Κόμμα έχουμε επιτύχει, σε δύσκολες συνθήκες παγκόσμιας υποχώρησης του κινήματος (προσωρινής μεν, αλλά οπωσδήποτε υποχώρησης), να έχουμε ένα αρκετά υψηλό κύρος σε ευρύτερες εργατικές, λαϊκές μάζες, ανεξάρτητα πώς αυτό εκφράζεται στην κάλπη. Αυτό είναι ατού που το κατακτήσαμε σε δύσκολες συνθήκες, σε περίοδο ισχνών αγελάδων. Έχουμε όμως στα χέρια μας και άλλα πλεονεκτήματα, θεωρητικά και πολιτικά όπλα που πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε ταυτόχρονα με τη συνεχή κατάκτηση και διεύρυνση της πρωτοπόρας δράσης. Διαθέτουμε επεξεργασμένη στρατηγική, έχουμε συγκεκριμένες προτάσεις πάλης για όλα τα προβλήματα, έχουμε ανοικτό μέτωπο συνέχισης επιστημονικής δουλειάς ώστε συνεχώς να παρακολουθούμε ό,τι καινούριο εμφανίζεται, σε συνδυασμό με τη γενίκευση της εμπειρίας που αποκτάμε. Διαθέτουμε επεξεργασμένη θέση για τις αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, έχουμε κάνει σοβαρά βήματα στον εμπλουτισμό της αντίληψής μας για το σοσιαλισμό. Είμαστε πολύ κοντά να ανοίξουμε ευρύτερα το ζήτημα της μελέτης της σύγχρονης ιστορίας του Κόμματος που προσφέρει επίσης πολλά επιχειρήματα στην πάλη με τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και διδάγματα για τη στρατηγική μας, την οργανωτική μας πολιτική, τους παράγοντες ισχυροποίησης του Κόμματος. Αυτά τα όπλα μας δεν είναι μόνο για γενικές θεωρητικές συζητήσεις, αλλά παράγοντες που πρέπει να αξιοποιηθούν στην καθημερινή μας δράση.

Ενα δηλαδή σήμερα είναι το καθήκον, να βάλουμε στη ζωή τις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου, σήμερα είμαστε σε θέση να αποδώσουμε καλύτερα, να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί. Αν δεν το κάνουμε αυτό, τότε η μαχητικότητά μας δε θα φέρνει τα απαιτούμενα για το λαό και τις ανάγκες του αποτελέσματα. Θα υποκλινόμαστε στο αυθόρμητο των εργατικών και λαϊκών μαζών, θα έχουμε μάχες ακόμα και χαμένες.

Δρομολογώντας τις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου και αναλαμβάνοντας το κάθε όργανο, από την ΚΕ έως την ΚΟΒ, την ευθύνη που αναλογεί, είναι βέβαιο ότι όχι μόνο θα κάνουμε ένα ορατό βήμα εμπρός, αλλά θα ανοιχτεί μπροστά μας ένας πιο πλατύς δρόμος για τη συγκρότηση του Μετώπου, στον αγώνα για τη λαϊκή εξουσία, οικονομία. Είναι ζήτημα προσανατολισμού, ενιαίας δράσης στον ίδιο στόχο, που είναι η ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης όσο γίνεται μεγαλύτερου μέρους της εργατικής τάξης, η προώθηση του ενιαίου μετώπου πάλης με τους αυτοαπασχολούμενους της πόλης και της υπαίθρου, είναι η συνειδητοποίηση ότι ο καθημερινός αγώνας πρέπει να κατευθύνεται στην πάλη για την ανατροπή της εξουσίας.

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: